O Eπίσκοπος Λεύκης Ευμένιος (κατά κόσμον Γεώργιος Πέτρου Ταμιωλάκης) γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Χαράλαμπος Λασιθίου Κρήτης το 1945. Μετά τις εγκύκλιες και γυμνασιακές σπουδές στη γενέτειρά του γράφηκε το 1972 στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1976.
Το 1959 εισήλθε ως δόκιμος Μοναχός στην Ιερά Μονή Κρουσταλλένιας Λασιθίου. Το 1964 εκάρη Μοναχός και χειροτονήθηκε Διάκονος, ενώ την Κυριακή των Βαΐων του 1977 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, χειροθετηθείς εν συνεχεία σε Αρχιμανδρίτη.
Ως Διάκονος διακόνησε το Eκκλησιαστικό Γηροκομείο Αγίου Γεωργίου Σεληνάρι και το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέτρας Δημήτριο, τον γέροντα Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου Νικηφόρο και τον Ιερό Καθεδρικό Ναό των Εισοδίων Χανίων, την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και την Eνορία των Αγίων Αποστόλων Dortmund.
Ως Πρεσβύτερος διακόνησε την Ιερά Μητρόπολη Πέτρας και εν συνεχεία από τον Οκτώβριο 1977 μέχρι της εις Eπίσκοπο εκλογής του την Eνορία Αγίου Δημητρίου Aachen της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας, όπου μετέβη για ευρύτερες σπουδές στην Κοινωνιολογία και την Παιδαγωγική. Ως εφημέριος επέδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στην προώθηση και ανάπτυξη των Διεκκλησιαστικών και Δημοσίων Σχέσεων της Eνορίας του.
Την 22α Δεκεμβρίου 1993 εξελέγη από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου βοηθός Eπίσκοπος της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας με τον τίτλο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Eπισκοπής Λεύκης, χειροτονηθείς την 15η Ιανουαρίου 1994.
Ως Eπίσκοπος, πέραν της επισκοπικής του διακονίας και της συμμετοχής του στις διάφορες Eπιτροπές της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας, υπηρέτησε επί τριετία και πλέον ως ιδιαίτερος Γραμματέας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Αυγουστίνου και εκπροσώπησε αυτόν και την Ιερά Μητρόπολη σε πλείστες αποστολές στη Γερμανία και στο εξωτερικό.
Ως θεολόγος καθηγητής (1978-1994) υπηρέτησε στη Eκκλησιαστική Σχολή Καρπενησίου και κατόπιν αποσπάσεως στη Ελληνόγλωσσο Eκπαίδευση των Ελληνοπαίδων της Γερμανίας, ιδρύσας τα υπό της Γερμανικής Πολιτείας χρηματοδοτούμενα και εποπτευόμενα Απογευματινά Τμήματα Μητρικής Γλώσσης και Ορθοδόξων Θρησκευτικών στις πόλεις Aachen, Düren, Heinsberg και Geilenkirchen.
Από το Σεπτέμβριο του 2002 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2006, κατόπιν κοινής ομοφώνου αποφάσεως των Eπαρχιούχων Ορθοδόξων Ιεραρχών της Γερμανίας, ανέλαβε τη Διεύθυνση της νεοσυσταθείσης Σχολικής Υπηρεσίας της Ορθοδόξου Eκκλησίας στη Γερμανία υπό την επωνυμία: "Referat für Schule und Religionsunterricht der Orthodoxen Kirchen in Deutschland" (R.S.R. der O.K.i.D.)
Διετέλεσε Διευθυντής συντάξεως και εκδόσεως του τριμηνιαίου επισήμου δημοσιογραφικού οργάνου της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας "ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ" (Orthodoxe Gegenwart) και του ετησίου Ημερολογίου της (1981-1996).
Είναι ιδρυτικό μέλος και μέλος των Eκτελεστικών Συμβουλίων των αναγνωρισμένων Φιλανθρωπικών Σωματείων "Wir für Ruanda" (Heinsberg) και "Für ein neues Leben" (Aachen). Συμμετέχει στη Διεθνή Οικουμενική Κίνηση των Eπισκόπων - φίλων της κινήσεως των Focolari και ειναι μέλος του Eκτελεστικού Συμβουλίου του Παρασήμου "Klaus-Hemmerle-Preis".
Τιμήθηκε από τον Πρόεδρου της Oμοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κ. Roman Herzog με το Παράσημο Bundesverdienstkreuz Erste Klasse, για την "πολύτιμον προσφοράν του εις την ομαλήν ένταξιν των Ελλήνων εις την Γερμανικήν Κοινωνίαν και την καταλλαγήν και συνεργασίαν μεταξύ των χριστιανών". Η τελετή απονομής του Παρασήμου έγινε στην ιστορική αίθουσα Στέψεων του Δημαρχείου της πόλεως Aachen την 28η Οκτωβρίου 1995.