[Επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα]
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Σκέψεις για μισό αιώνα διακονίας
της Μητρός Εκκλησίας στη Γερμανία
ΔIAΛEΞH
ΣΤΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ
(Κωνσταντινούπολη, 3 Δεκεμβρίου 2007)
Με μεγάλη συγκίνηση παρουσιάζω σήμερα, ενώπιόν σας, τις ταπεινές σκέψεις μου για μισό αιώνα διακονίας της Μητρός Εκκλησίας στη Γερμανία. Θεωρώ ότι αποτελεί μεγίστη τιμή να ομιλώ εδώ, στην έδρα της Μητρός Εκκλησίας, στη Βασιλεύουσα των πόλεων, από την οποία ξεκίνησα πριν από 47 χρόνια ως νεοχειροτονηθείς Διάκονος. Ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ήθελε να με στείλει στη Δύση και θεώρησε, ως εκ τούτου, κατάλληλο να μου δώσει το όνομα του μεγαλύτερου θεολόγου της Δυτικής Εκκλησίας.
Όταν έφθασα στη Δυτική Ευρώπη –αρχικά στη Ρωμαιοκαθολική Αυστρία και εν συνεχεία στη Γερμανία, την χώρα της Μεταρρυθμίσεως- είχα την ευκαιρία να γνωρίσω την τοπική θεολογία αρχικά στο Σαλτσβούργο (Salzburg) και αργότερα στο Mύνστερ (Münster). Aυτή ήταν για μένα η εποχή της επαφής με θεολογικές κορυφές όπως ο Kαρλ Pάνερ (Karl Rahner) και ο Ιωσήφ Pάτσιγκερ (Joseph Ratzinger). Tαυτοχρόνως ανεκάλυψα τη διαχριστιανική κίνηση, όχι πλέον από τα θρανία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής μας, αλλά στην πραγματικότητα της εποχής εκείνης. Ήταν τα χρόνια της Β´ Βατικανής Συνόδου με τον ενθουσιασμό τους και συνάμα η εποχή, κατά την οποία η Δύση ανεκάλυπτε εκ νέου την άγνωστη σ᾽ αυτή Ορθοδοξία. Πόσα πράγματα αλλάξανε από τότε! Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι εν τω μεταξύ η τρίτη ανεγνωρισμένη Εκκλησία της Γερμανίας και κανείς πλέον δεν μπορεί να φαντασθεί τη διαχριστιανική κίνηση χωρίς αυτήν. Στη συνέχεια θα περιγράψω ορισμένα κεντρικά σημεία αυτής της θαυμάσιας εξέλιξης από τότε μέχρι σήμερα.
1. Το έτος 1970, με κοινή πρωτοβουλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας και της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου ορίσθηκε για πρώτη φορά «Η ημέρα του αλλοδαπού συμπολίτου», όπως ονομαζόταν τότε. Επρόκειτο για ένα σημαντικό βήμα την εποχή εκείνη, που άφηνε να διαφανεί ότι οι λεγόμενοι «Gastarbeiter» (οι ξένοι εργάτες), τους οποίους ζήτησε η Γερμανία στα τέλη της δεκαετίας του ᾽50, κατά κύριο λόγο από την Ελλάδα και την τότε Γιουγκοσλαβία, είχαν αρχίσει ήδη να ενσωματώνονται στη γερμανική κοινωνία. Αυτή η ενσωμάτωση αναγνωριζόταν πλέον επισήμως ως στόχος, για την επίτευξη του οποίου όφειλαν να συμβάλλουν οι πάντες. Ενσωμάτωση και όχι αφομοίωση, αυτή ήταν η γραμμή της Μητροπόλεώς μας από την αρχή.
2. Το έτος 1974, η ACK, δηλαδή το Οικουμενικό Συμβούλιο των Χριστιανικών Εκκλησιών της Γερμανίας, επανιδρύθηκε, διότι με την είσοδο σ᾽ αυτό των Ρωμαιοκαθολικών και των Ορθοδόξων, οι οποίοι Ορθόδοξοι εκπροσωπούνταν τότε από την Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το Οικουμενικό Συμβούλιο, που μέχρι τότε συμπεριελάμβανε μόνον την Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, τις Ελεύθερες Προτεσταντικές Εκκλησίες και την Παλαιοκαθολική Εκκλησία, έγινε ένας πραγματικά αντιπροσωπευτικός διαχριστιανικός σύνδεσμος. Εν τω μεταξύ η Ορθοδοξία εκπροσωπείται στο Οικουμενικό Συμβούλιο σε ομοσπονδιακό επίπεδο από την Επιτροπή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Γερμανία. Δεν κρύβω το γεγονός ότι από την αρχή ήμουν ενεργό μέλος, τόσο στο Οικουμενικό Συμβούλιο όσο και στην Επιτροπή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Γερμανία.
3. Στο σημείο αυτό επιτρέψατέ μου να κάνω μία παρέκβαση για την ιστορία της Ορθοδοξίας στη Γερμανία, η οποία θα διαφωτίσει περισσότερο τα πράγματα. Μπορεί να άρχισα την ομιλία μου με την αναφορά στους ξένους εργάτες, όμως οι αρχές της ορθοδόξου παρουσίας στη Γερμανία είναι πολύ παλαιότερες. Για την ακρίβεια οι αρχές της ορθοδόξου παρουσίας σ᾽ αυτόν τον χώρο, τον οποίο ονομάζουμε σήμερα «Γερμανία», συμπίπτουν μ᾽ αυτές του εκχριστιανισμού της Ευρώπης. Οι άγιοι Κάσσιος και Φλωρέντιος στη Βόννη, Γηρεών και Ούρσουλα στην Κολωνία και ο άγιος Βίκτωρ στην αρχαία ρωμαϊκή πόλη Xanten (σήμερα στη Β. Ρηνανία-Βεστφαλία) είναι μάρτυρες και άγιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ιδιαιτέρως τα ρωμαϊκά Τρέβηρα (σήμερα Trier στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου) συνδέονται με τη μνήμη σημαντικών αγίων, όπως οι Κωνσταντίνος και Ελένη, Αθανάσιος Αλεξανδρείας και Αμβρόσιος Μεδιολάνων (Μιλάνου). Αλλά και οι Ιρλανδοσκώτοι μοναχοί, οι οποίοι μετά τις μετακινήσεις των γερμανικών φύλων και την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας επανέφεραν το φως της πίστεως σ᾽ αυτή την χώρα, οι άγιοι Βονιφάτιος, Σουϊτβέρδος ή Λαμβέρτος, οι Απόστολοι των Γερμανών, είναι αναμφίβολα δικοί μας άγιοι. Από τον Κάρολο τον Μεγάλο, και την λεγομένη «καρολίνεια αναγέννηση» και μετά, αρχίζει η συνειδητή αποστροφή από την Ορθοδοξία της «βυζαντινής κοινοπολιτείας», η οποία οδήγησε στο σχίσμα του 1054 και στην αποξένωση εκείνη, την οποία επιδιώκει να αποδυναμώσει και τελικά να αποβάλει η διαχριστιανική κίνηση του 20ού και του 21ου αιώνος.
Οι αρχές της ιδρύσεως Ορθοδόξων Ενοριών στη Γερμανία κατά τους νεωτέρους χρόνους συνδέονται με την οικονομία και τη διπλωματία.
Οι ρωσσικές εκκλησίες και τα παρεκκλήσια, τα οποία μέχρι σήμερα θαυμάζει κανείς σε πολλές γερμανικές λουτροπόλεις, όπως το Bad Ems (1876), το Bad Homburg (1899), το Darmstadt (1899), το Bad Kissingen (1901), το Bad Nauheim (1907) και το Wiesbaden (1861), μας υπενθυμίζουν τις βαθιά ριζωμένες σχέσεις των δυναστειών ανάμεσα στον οίκο των Ρωμανώφ και στους οίκους των Γερμανών ευγενών. Σχεδόν όλοι οι Ρώσσοι αυτοκράτορες του 19ου αιώνος ήταν νυμφευμένοι με Γερμανίδες πριγκίπισσες, όπως και αντιθέτως Ρωσσίδες πριγκίπισσες ήρθαν σε γερμανικές βασιλικές αυλές.
Από τον 18ο αιώνα και εξής ήρθαν από τα Βαλκάνια κυρίως Έλληνες (και από τα δουκάτα της Μολδαβίας και της Βλαχίας Ρουμάνοι) έμποροι και επιστήμονες, οι οποίοι προσελκύθηκαν από τα γερμανικά εμπορικά κέντρα, τα πανεπιστήμια και τους εκδοτικούς οίκους και σχημάτισαν αποικίες σε πόλεις όπως το Αμβούργο, το Μόναχο και η Λειψία.
Έτσι ιδρύθηκε η πρώτη Ορθόδοξη Ενορία της Γερμανίας στα μέσα του 18ου αιώνος στη Λειψία. Εξελίχθηκε με τη σποραδική αρχικά, έπειτα όμως με τη μόνιμη, παρουσία Ορθοδόξων, κατά πλειοψηφία Ελλήνων εμπόρων, στην πόλη αυτή. Η πρώτη θεία Λειτουργία, σύμφωνα με τα αρχεία της πόλεως της Λειψίας, ετελέσθη με βασιλική άδεια την 29η Σεπτεμβρίου 1742. Ως ιδρυτής της Ενορίας θεωρείται ο Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Πολυειδής.
Την ίδια περίπου εποχή αναπτύσσεται μία Ορθόδοξη Ενορία στην πόλη Breslau. Η πρώτη ακολουθία εκεί ετελέσθη την 10η Μαΐου 1744. Η Ενορία αυτή είχε ζωή μόνο λίγων δεκαετιών, διότι το Breslau πολύ γρήγορα έχασε την έλξη του λόγω της Λειψίας.
Η Λειψία, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνος, έγινε επίσης κέντρο του ελληνικού πολιτισμού στην Ευρώπη μέσω των εκδόσεων βιβλίων και την παρουσία Ελλήνων λογίων, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης και ο Νικηφόρος Θεοτόκης.
Οι παλαιότεροι ενοριακοί ναοί στη Γερμανία είναι οι ρωσσικοί ναοί του Πότσδαμ (1829), του Βερολίνου και της Δρέσδης (1874), της Λειψίας και της Στουττγκάρδης (1895).
Ο αρχαιότερος ναός, ο οποίος βρίσκεται αδιαλείπτως στη διάθεση μιας Ορθοδόξου Ενορίας στη Γερμανία, είναι ο περίφημος ναός [της Μεταμορφώσεως] του Σωτήρος (Salvatorkirche) Μονάχου, ο οποίος δεν εκτίσθη βεβαίως ως ορθόδοξος ναός, αλλά με βασιλικό διάταγμα της 2ας Ιουλίου 1830 παραδόθηκε στους Έλληνες του Μονάχου για τις λειτουργικές ανάγκες τους και, ύστερα από μία θλιβερή παρένθεση δύο δεκαετιών, σήμερα ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Οι λίγες Ορθόδοξες Ενορίες του 19ου αιώνος δρούσαν κυρίως στα στενά πλαίσια της δικαιοδοσίας τους. Αυτό άλλαξε μετά το τέλος του Α´ παγκοσμίου πολέμου, την Οκτωβριανή Επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε στη Ρωσσία. Σε πολλές περιπτώσεις ο πρώτος σταθμός των τότε Ρώσσων προσφύγων ήταν η Γερμανία και κατά προτίμηση το Βερολίνο. Επειδή οι εκπατρισθέντες ανήκαν στην τάξη των ευγενών, στην ιντελιγκέντσια (στον χώρο της διανόησης) ή στην ανώτερη αστική τάξη, και ως εκ τούτου δεν αντιμετώπιζαν ιδιαίτερες γλωσσικές δυσκολίες, ήταν σε θέση να εκπροσωπήσουν την Ορθοδοξία και σε υψηλό διανοητικό επίπεδο.
Ο Β´ παγκόσμιος πόλεμος και η γερμανική κατοχή πολλών περιοχών στην ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη είχε ως αποτέλεσμα να μεταφερθεί στη Γερμανία ένας μεγάλος, αλλά δύσκολα υπολογίσιμος, αριθμός Ορθοδόξων -αιχμαλώτων πολέμου και ανθρώπων καταδικασμένων σε καταναγκαστική εργασία- από τη Ρωσσία, την Ουκρανία και τις χώρες των Βαλκανίων. Χαρακτηριστικώς αναφέρω τους 22 Ορθοδόξους κληρικούς, που βρέθηκαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Ντάχαου, μεταξύ των οποίων ο τότε Πατριάρχης Σερβίας Γαβριήλ, ο Επίσκοπος Αχρίδος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς) και ο τότε Αρχιμανδρίτης και Ιερ. Προϊστάμενος της Salvatorkirche και μετέπειτα Μητροπολίτης Κυθήρων Μελέτιος (Γαλανόπουλος).
Η επέκταση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, και κατά συνέπεια ο κατακλυσμός της Γερμανίας από Ρώσσους πρόσφυγες, βοήθησε και πάλι στο να αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των Ορθοδόξων Χριστιανών στη Γερμανία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Το έτος 1950 η Ρωσσική Εκκλησία της Διασποράς φέρεται να είχε στο έδαφος των τριών ζωνών κατοχής των δυτικών δυνάμεων 77 Ενορίες με περίπου 50.000 Ρώσσους πιστούς. Ωστόσο, η πλειοψηφία των τότε προσφύγων εγκατέλειψε και πάλι γρήγορα τη Γερμανία.
Η σταθερή παρουσία Ορθοδόξων Χριστιανών επήλθε με το τρίτο μεταναστευτικό κύμα του 20ού αιώνος, με την πρόσκληση των λεγομένων Gastarbeiter (των ξένων εργατών) στη δεκαετία του ᾽60, γεγονός που μετέτρεψε τη Γερμανία -για την ακρίβεια την τότε Δυτική Γερμανία- σ᾽ εκείνη τη δυτικοευρωπαϊκή χώρα, η οποία συγκέντρωσε εντός των συνόρων της περισσότερους Ορθόδοξους Χριστιανούς από όλες τις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες μαζί.
Αυτή η μαζική εισροή Ελλήνων και Σέρβων Χριστιανών οδήγησε στην ίδρυση της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας και Εξαρχίας Ολλανδίας και Δανίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1963 και μιας Σερβικής Επισκοπής για την Κεντρική και Δυτική Ευρώπη το 1969. Η Δανία απεσπάσθη από την Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας το 1969, όταν ιδρύθηκε η Ιερά Μητρόπολη Σουηδίας και πάσης Σκανδιναυΐας, στην οποία και υπήχθη. Παρομοίως, το ίδιο έτος, υπήχθη και η Ολλανδία στην Ιερά Μητρόπολη Βελγίου. Έκτοτε ο εκάστοτε Μητροπολίτης Γερμανίας είναι Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης.
Το τέταρτο μεταναστευτικό κύμα Ορθοδόξων Χριστιανών στον 20ό αιώνα, το οποίο δεν φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί ακόμα, αρχίζει με την κατάρρευση του μετώπου των λεγομένων σοσιαλιστικών κρατών της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης το έτος 1989 και την -συνεπεία αυτής της καταρρεύσεως- επανένωση της Γερμανίας το έτος 1990. Το κύμα μεταναστών και μετοίκων από την επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως, όμως και από άλλα πάλαι ποτέ σοσιαλιστικά κράτη, που έκτοτε δεν έχει σταματήσει, είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί τόσο πολύ η παρουσία των Ορθοδόξων, ώστε να μπορούμε να ισχυρισθούμε χωρίς υπερβολή ότι ο αριθμός τους υπερέβη το όριο του ενός εκατομμυρίου.
Η μαζική μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων Ορθοδόξων Χριστιανών από την Ελλάδα και την πρώην Γιουγκοσλαβία, αλλά και από την Ρουμανία και τη Μέση Ανατολή, άλλαξε ριζικά την κατάσταση της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Γερμανία σε σχέση με την σαφή κυριαρχία της Ρωσσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνος.
4. Αυτή η αλλαγή είχε ως αποτέλεσμα να ιδρύσουν Επισκοπές στη Γερμανία και άλλες ορθόδοξες δικαιοδοσίες, εκτός από την -μέχρι πρό τινος μη κανονική- Ρωσσική Εκκλησία της Διασποράς και το Πατριαρχείο Μόσχας, που μέχρι το 1960 περιοριζόταν στο έδαφος της τότε Ανατολικής Γερμανίας. Έτσι, όπως ήδη ανεφέρθη, το 1963 ίδρυσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο την Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας. Αργότερα ακολούθησαν η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Σ᾽ αυτές προστίθενται και οι Ενορίες του Πατριαρχείου Αντιοχείας, του οποίου ο Επίσκοπος Δυτικής Ευρώπης εδρεύει στο Παρίσι. Τελευταία και η Εκκλησία της Γεωργίας ίδρυσε Αρχιεπισκοπή Δυτικής Ευρώπης, της οποίας ο κυρίαρχος Επίσκοπος εδρεύει στην ...Τιφλίδα! Και η Εκκλησία της Πολωνίας επιχείρησε την ίδρυση Ορθοδόξων Ενοριών στη Γερμανία, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Έτσι η εκκλησιαστική κατάσταση της Ορθοδοξίας στη Γερμανία με τόσες δικαιοδοσίες γινόταν όλο και περισσότερο ασαφής, όσο αυξανόταν και ο αριθμός των Ορθοδόξων Χριστιανών στη χώρα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία και στο γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο διαθέτει και Ενορίες στη Γερμανία, οι οποίες δεν υπάγονται στην Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας, αλλά σε δύο άλλες παράλληλες δομές: πρόκειται αφενός για την Πατριαρχική Εξαρχία των εν Δυτική Ευρώπη Ορθοδόξων Παροικιών Ρωσσικής Παραδόσεως υπό τον Πανιερώτατο Αρχιεπίσκοπο Κομάνων κ. Γαβριήλ και τις υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο Ουκρανικές Ενορίες με υπεύθυνο τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Κρατείας κ. Ανδρέα. Η ύπαρξη αυτών των δομών της Μητρός Εκκλησίας, οι οποίες χρονικώς υφίστανται προ της ιδρύσεως της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας, οφείλεται ασφαλώς στις προαναφερθείσες ιστορικές συνθήκες. Για την ομαλώτερη διαποίμανση των ρουμανοφώνων πιστών της Πατριαρχικής Εξαρχίας, το 1990 το Σεπτό Κέντρο απεφάσισε την υπαγωγή τους στην Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας. Έκτοτε η Αρχιερατική Επιτροπεία Ρουμανικών Ενοριών αποτελεί οργανικό και ζωντανό τμήμα της.
5. Όπως είναι γνωστό, το έτος 1993 στο Σαμπεζύ της Ελβετίας, στη συνεδρίαση της διορθοδόξου προπαρασκευαστικής επιτροπής της 4ης προσυνοδικής διασκέψεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αποφασίσθηκε να αντιμετωπισθεί σε πρώτη φάση το κανονικό πρόβλημα της ορθοδόξου διασποράς στη Δυτική Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία, που προέκυψε από τη μετανάστευση του 20ού αιώνος, με την προτροπή συγκροτήσεως τοπικών Επισκοπικών Συνελεύσεων, οι οποίες θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνουν τους εδρεύοντες σε κάθε χώρα κανονικούς Ορθοδόξους Επισκόπους. Αυτό συνέβη παραδείγματος χάριν στη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Στη Γερμανία έγιναν προσεκτικά βήματα και το 1994 ιδρύθηκε -περίπου ως πρώτο στάδιο μιας εισέτι μη υπαρχούσης μονίμου Επισκοπικής Συνελεύσεως- η ήδη αναφερθείσα Επιτροπή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Γερμανία.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι η εν λόγω Επιτροπή μέχρι το 1997 εχαρακτήριζε εαυτήν ως Επιτροπή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στη Γερμανία! Κατεβλήθη πολύς κόπος και εκκλησιολογική επιχειρηματολογία, για να πεισθούν ορισμένοι εκ των εν Γερμανία συνεπισκόπων μου ότι η ονομασία Επιτροπή της Ορθοδόξου Εκκλησίας όχι μόνο δεν σημαίνει προδοσία των λεγομένων Μητέρων Εκκλησιών, αλλά επιβάλλεται θεολογικά, κοινωνικά και διαχριστινικά!
Αυτή η Επιτροπή, η οποία συμπεριλαμβάνει όλες τις κανονικές Ορθόδοξες Επισκοπές στη Γερμανία, έχει συγκεκριμένες πανορθόδοξες δραστηριότητες και εκπροσωπεί την Ορθοδοξία στη Γερμανία, όσον αφορά σε συγκεκριμένα κοινά συμφέροντα έναντι των τοπικών κρατιδίων, της Ομοσπονδίας, της κοινωνίας και των άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών. Έτσι η Επιτροπή δραστηριοποιείται σε τομείς, για τους οποίους αρμοδία ήταν προηγουμένως η Ιερά Μητρόπολή μας, όπως η οργάνωση του σχολικού μαθήματος των Ορθοδόξων Θρησκευτικών ή η ορθόδοξη εκπροσώπηση στο Ομοσπονδιακό Οικουμενικό Συμβούλιο. Η Επιτροπή είναι εν τω μεταξύ υπεύθυνη και για την εκπροσώπηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη δημόσια-κρατική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση. Η Επιτροπή εκδίδει ένα ενημερωτικό δελτίο σε μηνιαία βάση. Συντονίζει επίσης, μέσω του Συνδέσμου Ορθοδόξου Νεολαίας, την διορθόδοξη ποιμαντική εργασία για τη νεότητα στη Γερμανία και φροντίζει για τη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων στη γερμανική γλώσσα.
Τέλος, προβλέπεται και η ίδρυση τοπικών Επιτροπών των Ορθοδόξων Ενοριών μιας πόλεως ή μιας περιοχής. Μια τέτοια Επιτροπή υπάρχει, μέχρι σήμερα, μόνο στην πόλη του Ντύσσελντορφ.
6. Επιτρέψατέ μου να σκιαγραφήσω, στο σημείο αυτό, την ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει, η χώρα στην οποία διακονώ. Θα χρησιμοποιήσω, χαριτολογώντας, την περίφημη περιγραφή της συναντήσεως δύο οδοιπόρων, που μας μεταφέρει ο κορυφαίος Γερμανός ποιητής Friedrich Hölderlin:
«Είσθε Έλληνας;» ρωτά ο
Κόμης τον περαστικό.
«Όχι, αντιθέτως, είμαι Γερμανός», είπε και αναστέναξε.
«Αντιθέτως; Είναι ο Γερμανός το αντίθετο του Έλληνος;»
«Ναι!» είπε κοφτά ο ξένος.
Τί σημαίνει το παράθεμα αυτό; Οπωσδήποτε, χωρίς να υποπέσουμε σε ανεπίτρεπτες γενικεύσεις, είναι γνωστός ο τυπικός χαρακτήρας του γερμανικού λαού. Η τάξη, η πειθαρχία και η οργάνωση αποτελούν παροιμιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Γερμανών. Είναι οι λεγόμενες «πρωσσικές αρετές», με τις οποίες πολλοί από μας, ορμώμενοι ίσως εξ ανατολών, ερχόμαστε σε σύγκρουση. Γενικός κανόνας σε όλες τις κοινωνικές και δημόσιες σχέσεις μας πρέπει να είναι -και σας διαβεβαιώνω ότι όντως είναι- η απόλυτη συνέπεια και αξιοπιστία.
Ένα άλλο στοιχείο, το οποίο διαφοροποιεί τη Γερμανία από άλλες χώρες της Ευρώπης, είναι η αποκέντρωση ή η ανυπαρξία ενός και μοναδικού (συμπαγούς) κρατικού κέντρου. Ακόμη και η επαναφορά της πρωτευούσης στο Βερολίνο, μετά την επανένωση των δύο γερμανικών κρατών, δεν έχει αλλάξει αυτήν την ιδιάζουσα κατάσταση. Αυτό ισχύει ειδικά στον τομέα των διαχριστιανικών σχέσεων, αφού το Βερολίνο, με το ποσοστό τών αβαπτίστων κατοίκων του να ανέρχεται σε άνω του εξήντα τοις εκατό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ «εκκλησιαστική πρωτεύουσα» της Γερμανίας. Γι᾽ αυτό εξάλλου δεν ετέθη, τουλάχιστον προσωπικά για μένα, ζήτημα μεταφοράς της έδρας της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας στη νέα πρωτεύουσα.
Επιπλέον, η κρατική δομή της Γερμανίας, με τα 16 Ομόσπονδα Κρατίδια, επιβάλλει την ειδική αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων σε επίπεδο κρατιδίου. Έτσι, παραδείγματος χάριν, η αναγνώριση της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου από τό κρατίδιο της Βορείου Ρηνανίας-Βεστφαλίας, στις 29 Οκτωβρίου 1974, έπρεπε να υιοθετηθεί από τις τοπικές Κυβερνήσεις ή Βουλές και των υπολοίπων κρατιδίων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λεγομένη Kultushoheit των ομοσπόνδων κρατιδίων, δηλαδή η αποκλειστική αρμοδιότητά τους σε θέματα παιδείας και πολιτισμού.
Γι᾽ αυτό και η εισαγωγή του ελληνορθοδόξου μαθήματος των Θρησκευτικών στη Γερμανία έπρεπε να γίνει ξεχωριστά σε κάθε Κρατίδιο, κατ᾽ αρχήν στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και αργότερα στην Έσση, τη Βαυαρία και την Κάτω Σαξωνία. Σημειωτέον ότι η σύνταξη αναλυτικών προγραμμάτων διδασκαλίας εξ αρχής είχε σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποβεί σε όφελος όλων των ορθοδόξων νέων στη Γερμανία, ανεξαρτήτως της μητρικής γλώσσης εκάστου. Αυτό το μάθημα των Ορθοδόξων Θρησκευτικών, το οποίο διδάσκεται συνήθως στα γερμανικά, βοηθεί ίσως περισσότερο από κάθε άλλο μέτρο στην ένταξη των Ορθοδόξων Χριστιανών στη Γερμανία και εκφράζει έτσι πρακτικά το γεγονός ότι όλοι οι Ορθόδοξοι, πέρα από δικαιοδοσιακές και εθνικές διαφορές, είναι ενωμένοι μέσω της ιδίας πίστεως, της ιδίας Λειτουργίας και της ιδίας κανονικής τάξεως.
7. Ένα άλλο βασικό σημείο της εργασίας μας στη Γερμανία ήταν και είναι η φροντίδα για την ακαδημαϊκή μόρφωση των θεολόγων μας. Έτσι πιστεύω πως είναι λίγο -ό,τι και να πει κανείς- για το γεγονός ότι επετεύχθη η ίδρυση του Ινστιτούτου Ορθοδόξου Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, το οποίο ήδη αποτελεί την πρώτη Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή στη Γερμανία. Κι αυτό διότι χρειαζόμαστε, τόσο για το μάθημα των Θρησκευτικών στα γερμανικά σχολεία όσο και για τις Ενορίες μας, θεολόγους, οι οποίοι κατανοούν τη γερμανική και τη δυτικοευρωπαϊκή πραγματικότητα και είναι σε θέση να δώσουν την ορθόδοξη μαρτυρία στη γερμανική γλώσσα.
8. Είμαστε πεπεισμένοι ότι η ορθόδοξη παρουσία στη Γερμανία δεν μοιάζει με ένα απλό πέρασμα, αλλά ότι θα παραμείνουμε στη χώρα αυτή επι μακρόν και θα ριζώσουμε.
Γι᾽ αυτό το λόγο καταβάλλουμε όλες μας τις δυνάμεις, ώστε να δώσουμε στους πιστούς μας στη Γερμανία αυτό που συνηθίζω να ονομάζω πατρίδα. Τούτο σημαίνει, πρώτα απ᾽ όλα, ότι αγωνιζόμαστε να κτίσουμε ορθοδόξους ναούς, όπου αυτό είναι δυνατόν. Εν τω μεταξύ έχουμε σ᾽ ολόκληρη τη Γερμανία τόσο πολλούς ναούς, άλλους αγορασμένους από τις άλλες Εκκλησίες κι άλλους εκ θεμελίων κτισμένους, ώστε θα ήταν πολύ μακρύς ο κατάλογος των πόλεων ή των περιοχών για να τις απαριθμήσω στα πλαίσια αυτής της παρουσιάσεως.
Αυτοί οι ναοί αποτελούν συχνά έργα τέχνης και δείγματα ορθοδόξου πολιτισμού και αισθητικής. Όπως με τη ναοδομία, έτσι και με τις άλλες πρωτοβουλίες της η Ιερά Μητρόπολη έδωσε ωθήσεις και εμπνεύσεις στις ομόδοξες Επισκοπές της Γερμανίας. Μάλιστα ένα σημαντικό τμήμα των δραστηριοτήτων, τις οποίες έχει σήμερα η Επιτροπή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Γερμανία, τις χρωστάει σε πρωτοβουλίες της Ιεράς Μητροπόλεώς μας.
Ένας τομέας, παραδείγματος χάριν, τον οποίο καλλιεργήσαμε μέχρι τώρα με αρκετή επιτυχία, είναι η παρουσία μας στα μέσα γενικής ενημερώσεως. Ήδη έχει γίνει παράδοση να μεταδίδεται η θεία Λειτουργία από ένα ορθόδοξο ναό της Γερμανίας την πρώτη Κυριακή εκάστου μηνός Μαΐου από το Δεύτερο Κρατικό Τηλεοπτικό Πρόγραμμα. Παρόμοιες αναμεταδόσεις γίνονται και από τους τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.
Το μικρό ενημερωτικό γερμανόγλωσσο φυλλάδιο «Ειδήσεις από την Ελληνορθόδοξη Μητρόπολη Γερμανίας» το διαδέχθηκε το δελτίο ειδήσεων «Η Ορθοδοξία στην Επικαιρότητα», ένα ενημερωτικό έντυπο φτιαγμένο με επαγγελματισμό, το οποίο εκδίδεται κάθε μήνα και κερδίζει ολοένα περισσότερο το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Αυτό δεν σημαίνει ότι διακόψαμε την έκδοση του ελληνόγλωσσου περιοδικού της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, του οποίου ο τίτλος άλλαξε χαρακτηριστικά από «Ορθόδοξος Μετανάστης» σε «Ορθόδοξη Παρουσία». Επιπλέον κάνουμε τα πρώτα σχετικά βήματα στον απέραντο χώρο του διαδικτύου.
Ίσως λιγότερο θεαματική, αλλά αυτό δεν σημαίνει και λιγότερο σημαντική, είναι η μετάφραση των λειτουργικών κειμένων. Αν και σ᾽ αυτόν τον τομέα έγινε σοβαρή εργασία -ήδη μετεφράσθησαν και εξεδόθησαν η Θεία Λειτουργία, ο Εσπερινός, η Βάπτιση, ο Γάμος, ο Ακάθιστος Ύμνος και άλλες περιστασιακές ακολουθίες- απομένει να γίνει ακόμα ένα σημαντικό τμήμα της εργασίας.
Με τη διαχριστιανική κίνηση άρχισα την παράθεση των σκέψεών μου για την Ορθόδοξη Εκκλησία στη Γερμανία και με τη διαχριστιανική κίνηση θα ήθελα να τις ολοκληρώσω. Αυτή η κίνηση έχει συνήθως δύο διαστάσεις: τη διμερή και την πολυμερή.
Ενώ το Οικουμενικό Συμβούλιο των Εκκλησιών είναι μία πολυμερής οργάνωση, η οποία συμπεριλαμβάνει όλες τις ανεγνωρισμένες Εκκλησίες της Γερμανίας, καλλιεργούμε επίσης τις διμερείς συναντήσεις με τις δύο μεγάλες Χριστιανικές Εκκλησίες της χώρας, τη Ρωμαιοκαθολική και την Ευαγγελική Εκκλησία.
Από το έτος 1980 υφίσταται η «Κοινή Επιτροπή της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας της Γερμανίας», η οποία μέχρι στιγμής επεξεργάστηκε και εξέδωσε βοηθητικά κείμενα πάνω σε πρακτικά ποιμαντικά θέματα. Αυτά τα κείμενα καταδεικνύουν τις διαφορές και τις ομοιότητες κατανοήσεως των Μυστηρίων στην εκκλησιαστική πράξη και απευθύνονται κατά κύριο λόγο στους συζύγους των λεγομένων μεικτών γάμων, των γάμων δηλαδή μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Από το 2007 συνομιλητής των Ρωμαιοκαθολικών στο διάλογο δεν είναι η Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας αλλά η Επιτροπή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Γερμανία.
Το 1984 συνεστήθη με πρωτοβουλία της Ιεράς Μητροπόλεώς μας η «Κοινή Επιτροπή της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Γερμανίας». Το έργο και αυτής της Επιτροπής επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα ζητήματα πρακτικής φύσεως, η επεξεργασία των οποίων στοχεύει στην αρμονική συνύπαρξη των πιστών. Τοιουτοτρόπως υποβοηθείται και ο θεολογικός διάλογος μεταξύ θεολόγων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας, ο οποίος διεξάγεται από το 1969 μέχρι σήμερα με τη συμμετοχή του εκάστοτε Μητροπολίτου Γερμανίας.
9. Στο τέλος των σκέψεών μου επιτρέψατέ μου να ανακεφαλαιώσω: Η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Γερμανία, η οποία προέκυψε από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα του 20ού αιώνος με τα πολιτικά και οικονομικά κίνητρά τους, έχει ήδη συμβάλει αποφασιστικά, και μάλιστα σε αναλογικώς σύντομο χρονικό διάστημα, στην ενσωμάτωση των πιστών στην τοπική κοινωνία. Δίχως τη συμβολή της Ιεράς Μητροπόλεώς μας αυτή η ενσωμάτωση ούτε στο παρελθόν θα ήταν δυνατή, ούτε και στο μέλλον θα είναι δυνατή. Από την πρώτη στιγμή η Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας είναι η καρδιά της Ορθοδοξίας στη Γερμανία.
Καθηκόντως αναφέρω πως όλα, όσα επετεύχθησαν μέχρι τούδε, τα οφείλουμε στη συνεργασία αναρίθμητων άμισθων βοηθών, οι οποίοι, από κοινού με τους Ιερατικώς Προϊσταμένους και Εφημερίους των Ενοριών μας, προσέφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στην κοινή υπόθεση της εδραιώσεως της Ορθοδοξίας στη Γερμανία και της δυναμικής παρουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην καρδιά της Ευρώπης.
Σήμερα, 47 χρόνια αργότερα, βρισκόμαστε και πάλι στην αρχή μιας καινούργιας φάσεως της ζωής της Εκκλησίας μας στη Γερμανία. Ενώ έχουν αλλάξει, όπως είπα στην αρχή, τόσα πράγματα -και δεν διστάζω να ομιλώ περι θαύματος-, για μας τους ταπεινούς υπηρέτες της Μητρός Εκκλησίας ισχύει πάντοτε το σήμερα, όχι μόνο ως χρονολογικό, μετρήσιμο μέγεθος, αλλά και ως διαχρονική έννοια. Tο σήμερα της Εκκλησίας είναι το «σήμερον» των λειτουργικών ύμνων, που ξεπερνά και υπερνικά τον χρόνο, κι όχι το σήμερα της πολιτικής, των δελτίων ειδήσεων ή των κοσμικών απολογισμών.
Σας ευχαριστώ.