«Έφθασε καιρός, η των πνευματικών
αγώνων αρχή»
(Δοξαστικόν των αίνων Κυριακής της
Τυρινής).
Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,
Διά των λόγων αυτών ο Ιερός Υμνωδός μάς υπενθυμίζει, ότι κατά την αρχομένην περίοδον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής οφείλομεν, χάριν της πνευματικής καταρτίσεως και προόδου μας, να εντείνωμεν τους πνευματικούς μας αγώνας.
Αρχαιόθεν οι άνθρωποι είχον διαπιστώσει ότι τα αγαθά κόποις κτώνται. Αντιστοίχως και οι Άγιοι Πατέρες είχον διαπιστώσει ότι προς απόλαυσιν της θείας αγάπης, εντός της οποίας ενυπάρχουν όλα τα αιώνια και τα πρόσκαιρα αγαθά, χρειάζεται, ως λέγει χαρακτηριστικώς ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, η της αναπαύσεως καταφρόνησις. Καί τα μεν υλικά αγαθά οι άνθρωποι επιδιώκομεν και αποκτώμεν διά μυρίων κόπων, διά τους οποίους είμεθα συνήθως πρόθυμοι.
Τα πνευματικά όμως αγαθά μάς χαρίζονται από τον Θεόν, υπό την προϋπόθεσιν ότι ειλικρινώς ζητούμεν πρωτίστως Αυτόν και την αγάπην Του και όχι εγωκεντρικώς αυτά τα ίδια χάριν αυξήσεως της ατομικής ικανοποιήσεώς μας ή της φιλοδοξίας μας. Ο Κύριος σαφώς μάς είπε «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. 6,33), και μάς εβεβαίωσεν ότι εκείνος ο οποίος προσφέρεται χάριν της αγάπης του Θεού να απολέση την ζωήν του, αυτός θα την σώση, δηλαδή, γενικώτερον, εκείνος ο οποίος με μεγαλοψυχίαν αποβλέπει εις την αγάπην του Πατρός αυτού Θεού και δεν επιζητεί με μικροψυχίαν τα υλικά ή πνευματικά αγαθά Του χωρίς Αυτόν, αυτός τελικώς απολαμβάνει τόσον την αγάπην του Θεού, την οποίαν επιδιώκει, όσον και τα πάσης φύσεως αγαθά του, τα οποία δεν επιζητεί.
Διότι, τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, ο Πατήρ ημών ο εν τοις ουρανοίς, ο αγαπών ημάς και θέλων την μακαριότητά μας, ο δοτήρ και η πηγή παντός αγαθού, όταν επιστρέψωμεν πλησίον Του θα μάς δώση, όπως έδωσεν εις τον επιστρέψαντα άσωτον υιόν Του, και όλα τα άλλα αγαθά τα οποία μάς χρειάζονται. Την στολήν την πρώτην, τον μόσχον τον σιτευτόν, τον δακτύλιον εις την χείρα, την πανηγυρικήν συνεστίασιν και προ πάντων την πατρικήν αγκάλην Του! Διά να εισέλθωμεν όμως εις τάς πατρικάς αγκάλας πρέπει πρώτον να αποστραφώμεν τας αμαρτίας μας και κυρίως την εγωπάθειάν μας, την οποίαν συμβολίζουν τα ξυλοκέρατα, με τα οποία τρέφονται οι χοίροι, αποδεικνύοντες την ειλικρίνειαν του πόθου μας διά την αγάπην του Θεού διά του οικειοθελούς και φιλοτίμου πνευματικού αγώνος μας.
Η αληθής φύσις του πνευματικού αγώνος έγκειται εις την στόχευσιν της αγάπης του Θεού ως του ζητουμένου και του επιθυμητού και εις την αντίστοιχον στέρησιν και εγκατάλειψιν άλλων νομίμων αγαθών και επιθυμιών διά να δοθή η ύπαρξίς μας όλη ψυχή και διανοία εις τον πρωταρχικόν μας στόχον. Δι΄ αυτό και η νηστεία, η οποία είναι μία των κυριωτέρων ασκητικών επάλξεων της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, δεν εκφράζει απόρριψιν των ευλογημένων τροφών, αλλά εκουσίαν στέρησιν της αναπαύσεως την οποίαν αύται παρέχουν εις το σώμα, με τον σκοπόν κυρίως μεν να απαγκιστρωθή η ψυχή μας από το αποκλειστικόν ενδιαφέρον διά το εγώ, αφ΄ ετέρου δε να καταστήση το σώμα ευάγωγον και πειθαρχικόν εις τον κυβερνήτην νουν, όργανον και όχι κυρίαρχον του ανθρωπίνου προσώπου.
Δεν είναι σκοπός της πνευματικής ασκήσεως η διά των ανθρωπίνων δυνάμεων απόκτησις των αρετών ή άλλων πέραν του συνήθους δυνατοτήτων, ως πιστεύουν οι ανήκοντες εις τους διαφόρους ανθρωπισμούς, αλλά η έκφρασις του πόθου μας να συναντήσωμεν το πρόσωπον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εις το οποίον ανακεφαλαιούνται τα πάντα και εκ του οποίου απορρέουν τα πάντα. Ο Λόγος του Θεού με σαφήνειαν κηρύσσει ότι χωρίς αυτού δεν δυνάμεθα να ποιήσωμεν ουδέν και ο Υμνωδός μάς υπενθυμίζει ότι εάν μη Κύριος οικοδομήση τον οίκον των αρετών της ψυχής μάτην κοπιώμεν. Προσηλούμεθα, λοιπόν, ημείς οι χριστιανοί εις την αγάπην του Χριστού και παραιτούμεθα εκουσίως πολλών άλλων δευτερευουσών αγαπών και προσηλώσεων ίνα αξιωθώμεν της παρουσίας Αυτού εις τον οίκον της ψυχής μας. Όταν τούτο επιτευχθή με την ευδοκίαν και την χάριν του Θεού, η ειρήνη και η χαρά και η τελεία αγάπη θα έχουν εγκατασταθή μονίμως εις την ύπαρξίν μας.
Δι΄ αυτό και η πνευματική άσκησις δεν γίνεται με κατήφειαν, ούτε με επίδειξιν, αλλά με χαράν και μυστικότητα, κατά το εφικτόν. Εάν υπάρχη επίδειξις ο στόχος της αγάπης του Θεού εγκαταλείπεται και την θέσιν του καταλαμβάνει η ανθρωπαρέσκεια, εάν δε υπάρχη κατήφεια και στενοχωρία φεύγει η ιλαρότης και το εκούσιον και ζή ο ασκούμενος εις κλίμα καταπιέσεως και εξαναγκασμού, ήτοι εις ψυχικάς καταστάσεις μη αρεστάς εις τον Θεόν.
Η πνευματική άσκησις πρέπει να γίνεται με χαράν και να έχη ως πρώτιστον σκοπόν να εισαγάγη την καρδίαν μας εις την αγάπην και την χαράν του Θεού, διά της οποίας εξοβελίζεται από μέσα μας πάσα πικρία και μνησικακία και πάσα διαμαρτυρία και παράπονον κατά των συνανθρώπων μας και έρχεται μέσα μας και ακτινοβολείται γύρω μας η αδιατάρακτος και υπέροχος ειρήνη του Θεού.
Είθε να διέλθωμεν άπαντες το στάδιον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με αγώνας πνευματικούς, ώστε να χαρώμεν με πληρότητα την χαράν της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Οποίου η Χάρις και το πλούσιον Έλεος είησαν μετά πάντων υμών.
Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βζ΄[Eπιστροφή στην αρχή της σελίδας]